Χαρακτηρίζεται από την κάθοδο του τραχήλου και του σώματος της μήτρας εντός του κόλπου ή έξωθεν αυτού. Συνηθισμένα συμπτώματα είναι η αίσθηση βάρους και το πυελικό άλγος, ιδιαίτερα μετά από παρατεταμένη ορθοστασία, άρση βάρους ή κατόπιν αύξησης της ενδοκοιλιακής πίεσης. Η συμπτωματολογία συνήθως εμφανίζει ύφεση κατά τις πρωινές ώρες και επιδείνωση κατά τις βραδινές.
Ο όρος πρόπτωση κολπικού κολοβώματος αναφέρεται στην κάθοδο του ανώτερου τμήματος του κόλπου μετά από υστερεκτομή.
Αφορά την κάθοδο του πρόσθιου κολπικού τοιχώματος και της υποκείμενης ουροδόχου κύστης και μπορεί να συνδυάζεται με ακράτεια ούρων από προσπάθεια. Συνηθισμένα συμπτώματα είναι τα δυσουρικά ενοχλήματα, η δυσκολία στην ούρηση, το αίσθημα ξένου σώματος στον κόλπο και το αίσθημα πίεσης.
Αφορά την κάθοδο της ουρήθρας μέσα στον κόλπο και εμφανίζεται συνήθως σε συνδυασμό με κυστεοκήλη. Και οι δύο καταστάσεις έχουν ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την ακούσια απώλεια ούρων, ιδίως σε περιπτώσεις αύξησης της ενδοκοιλιακής πίεσης (βήχας, γέλιο, απότομες κινήσεις κ.α.).
Αφορά την κάθοδο του οπίσθιου κολπικού τοιχώματος και του ορθού. Συνηθισμένα συμπτώματα είναι η αίσθηση ανεπαρκούς εκκένωσης του εντέρου και η δυσκοιλιότητα.
- Εντεροκήλη (Δουγλασσειοκήλη)
Αφορά την κάθοδο του οπίσθιου κολπικού τοιχώματος και του περιτοναίου του Δουγλάσσειου, δημιουργώντας ένα κηλικό σάκο εντός του κόλπου που συνήθως στερείται εντερικών ελίκων και επιπλόου.
Αφορά την κάθοδο του περινέου σε περιπτώσεις αύξησης της ενδοκοιλιακής πίεσης λόγω απώλειας της ακεραιότητάς του και απόσπασής του από το ορθοκολπικό διάφραγμα με αποτέλεσμα την εμφάνιση χαμηλής ορθοκήλης.
Οι ανωτέρω μορφές χαλάρωσης μπορεί να υπάρχουν μεμονωμένες αλλά και σε διάφορους συνδυασμούς μεταξύ τους.
Διακρίνονται οι εξής βαθμοί χαλάρωσης :
- 1ου βαθμού, όταν το κατώτερο μέρος της χαλάρωσης κατέρχεται έως τη μεσότητα του κόλπου
- 2ου βαθμού, όταν αυτό κατέρχεται έως την είσοδο του κόλπου
- 3ου βαθμού, όταν αυτό εξέρχεται εκτός του κόλπου