Προληπτικός Έλεγχος

«Κάλλιον του θεραπεύειν, το προλαµβάνειν»

Ιπποκράτης

Ο ουσιαστικός σκοπός του προληπτικού ελέγχου είναι η ανίχνευση ασυμπτωματικής νόσου ή η διαπίστωση παρουσίας παραγόντων κινδύνου για την εκδήλωσή της καθώς και η ενδεχόμενη θεραπεία της σε πρώιμα στάδια.  Υπό αυτή την έννοια, στα πλαίσια του γυναικολογικού προληπτικού ελέγχου περιλαμβάνονται μια σειρά από μέτρα και εξετάσεις, τα οποία, διακρίνονται σε μέτρα πρωτογενούς και δευτερογενούς πρόληψης και αναλόγως της κάθε περίπτωσης θα πρέπει να εκτελούνται τακτικά, τουλάχιστον μια φορά το χρόνο.

Στα πλαίσια του  προληπτικού γυναικολογικού ελέγχου περιλαμβάνονται:

Λήψη ιατρικού ιστορικού

Η σωστή λήψη ενός ολοκληρωμένου ιστορικού αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στην ανεύρεση μιας υποβόσκουσας παθολογίας  ή παραγόντων κινδύνου για την εμφάνισή της. Τόσο το ατομικό ιστορικό, στο οποίο περιλαμβάνονται γενικότερες παθήσεις ή χειρουργικές επεμβάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί, όσο και το οικογενειακό ιστορικό σοβαρών παθήσεων και περιπτώσεων καρκίνου παρέχουν σημαντικές πληροφορίες. Διερευνάται το ιστορικό προηγούμενων γυναικολογικών παθήσεων, ο αριθμός και το είδος των τοκετών με τις πιθανές επιπλοκές, το ιστορικό αποβολών ή αμβλώσεων, η ηλικία έναρξης της περιόδου, τα χαρακτηριστικά της περιόδου, η ύπαρξη πόνου στην σεξουαλική επαφή ή στην περίοδο, το ιστορικό αντισύλληψης και γονιμότητας και δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην αξιολόγηση κάθε μορφής συμπτωμάτων.  Επιπρόσθετα, διερευνάται το ιστορικό εμβολιασμού καθώς και η ύπαρξη πιθανών φαρμακευτικών αλλεργιών. Το σύνολο των πληροφοριών που προκύπτουν θέτουν ήδη μια πρώτη ισχυρή βάση για τις περαιτέρω ιατρικές πράξεις.

Γυναικολογική εξέταση

Ο ουσιαστικός έλεγχος ξεκινάει με την γυναικολογική εξέταση της ασθενούς στην ειδικά διαμορφωμένη καρέκλα εξέτασης (ΒΟΟΜ). Η σωστή και άνετη τοποθέτηση της ασθενούς έχει ιδιαίτερη  σημασία για τη  διενέργεια της εξέτασης. Η ίδια η  ασθενής θα πρέπει να αισθάνεται  χαλαρή και να είναι συνεργάσιμη, ενώ καθοριστικός είναι ο  ρόλος που  διαδραματίζει ο εκτελών ιατρός, ο οποίος θα πρέπει να σέβεται την ατομικότητα της κάθε γυναίκας εξηγώντας και εκτελώντας με ήπιες κινήσεις την ιατρική εξέταση.

Η εξέταση περιλαμβάνει αρχικά την επισκόπηση των έξω γεννητικών οργάνων (αιδοίο, κλειτορίδα, είσοδος κόλπου), της μηρογεννητικής περιοχής, του περινέου και του πρωκτού για την ύπαρξη πιθανής παθολογίας (κονδυλώματα, δερματικές μολύνσεις, κύστεις, ανατομικές ανωμαλίες). Στη συνέχεια, τοποθετείται στον κόλπο της γυναίκας ένας αποστειρωμένος κολποδιαστολέας αναλόγου μεγέθους, με τη βοήθεια του οποίου γίνεται η επισκόπηση των κολπικών τοιχωμάτων και του τραχήλου της μήτρας, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα διάγνωσης για διάφορες παθολογίες όπως ανατομικές ανωμαλίες, φλεγμονές και αλλοιώσεις,  πολύποδες τραχήλου, πρόπτωση μήτρας, πρόπτωση πρόσθιου κολπικού τοιχώματος (κυστεοκήλη) και πρόπτωση οπίσθιου κολπικού τοιχώματος (ορθοκήλη). Στο σημείο αυτό, θα μπορούσε να ακολουθήσει η διενέργεια Τεστ Παπανικολάου ή η λήψη  καλλιέργειας κολπικού και τραχηλικού υγρού.  Μετά την αφαίρεση του κολποδιαστολέα από τον κόλπο, πραγματοποιείται η κλασσική αμφίχειρη γυναικολογική εξέταση όπου με ήπιες κινήσεις εξετάζεται η ανατομία των έσω γεννητικών οργάνων, ο προσδιορισμός της θέσης/κλίσης της μήτρας και η πιθανή ύπαρξη ινομυωμάτων ή κύστεων στις ωοθήκες.

Εμβολιασμός έναντι του HPV

Η εξέταση περιλαμβάνει αρχικά την επισκόπηση των έξω γεννητικών οργάνων (αιδοίο, κλειτορίδα, είσοδος κόλπου), της μηρογεννητικής περιοχής, του περινέου και του πρωκτού για την ύπαρξη πιθανής παθολογίας (κονδυλώματα, δερματικές μολύνσεις, κύστεις, ανατομικές ανωμαλίες). Στη συνέχεια, τοποθετείται στον κόλπο της γυναίκας ένας αποστειρωμένος κολποδιαστολέας αναλόγου μεγέθους, με τη βοήθεια του οποίου γίνεται η επισκόπηση των κολπικών τοιχωμάτων και του τραχήλου της μήτρας, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα διάγνωσης για διάφορες παθολογίες όπως ανατομικές ανωμαλίες, φλεγμονές και αλλοιώσεις,  πολύποδες τραχήλου, πρόπτωση μήτρας, πρόπτωση πρόσθιου κολπικού τοιχώματος (κυστεοκήλη) και πρόπτωση οπίσθιου κολπικού τοιχώματος (ορθοκήλη). Στο σημείο αυτό, θα μπορούσε να ακολουθήσει η διενέργεια Τεστ Παπανικολάου ή η λήψη  καλλιέργειας κολπικού και τραχηλικού υγρού.  Μετά την αφαίρεση του κολποδιαστολέα από τον κόλπο, πραγματοποιείται η κλασσική αμφίχειρη γυναικολογική εξέταση όπου με ήπιες κινήσεις εξετάζεται η ανατομία των έσω γεννητικών οργάνων, ο προσδιορισμός της θέσης/κλίσης της μήτρας και η πιθανή ύπαρξη ινομυωμάτων ή κύστεων στις ωοθήκες.

Ο εμβολιασμός σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ιανουάριος 2008), έχει ενταχθεί στο νέο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών και συνίσταται σε όλα τα κορίτσια ηλικίας 12-15 ετών, καθώς και σε όσες γυναίκες 16-26 ετών δεν έχουν εμβολιαστεί σε προηγούμενη ηλικία.  Σε αυτές τις ηλικίες το εμβόλιο καλύπτεται από τα ασφαλιστικά ταμεία. Υπάρχουν μελέτες ότι μέχρι και την ηλικία των 45 ετών οι HPV 16/18 αρνητικές γυναίκες μπορούν να επωφεληθούν από τον HPV εμβολιασμό, ανεξάρτητα από το γεγονός της ασφαλιστικής κάλυψης του εμβολίου  μέχρι τα 26 έτη. Τα εμβόλια που κυκλοφορούν περιλαμβάνουν τα 2 προϋπάρχοντα εμβόλια έναντι του HPV, το 4δύναμο με προστασία έναντι στα στελέχη 6, 11, 16, 18 και το 2δύναμο με προστασία έναντι στα στελέχη 16, 18 καθώς και το νεότερο 9δύναμο με προστασία έναντι στα στελέχη  6, 11, 16, 18, 31, 33, 45, 52 και 58 του ιού HPV.

Ο εμβολιασμός μπορεί να προλάβει πάνω από το 70% των περιπτώσεων καρκίνου του τραχήλου της μήτρας που προκαλούνται από τους πιο κοινούς ογκογόνους τύπους, αλλά δεν προστατεύει από όλους τους ογκογόνους τύπους. Γι’ αυτό και ο περιοδικός προσυμπτωματικός έλεγχος με την εξέταση επιχρίσματος (Τεστ Παπ) παραμένει ιδιαίτερα σημαντικός.

Λήψη κολπικού & τραχηλικού επιχρίσματος (Τεστ Παπανικολάου)

Tο Τεστ Παπανικολάου είναι μια μέθοδος κυτταρολογικής εξέτασης του τραχήλου της μήτρας, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως για την ανίχνευση δυνητικά προ-καρκινικών και καρκινικών καταστάσεων του τραχήλου της μήτρας και σε δεύτερο ρόλο για την ύπαρξη μολυσματικών   ασθενειών του τραχήλου και του ενδομητρίου.

Η ευρεία χρησιμοποίησή του ως μέθοδο δευτερογενούς πρόληψης του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας σε συνδυασμό με ένα τακτικό πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου και την κατάλληλη παρακολούθηση, έχει συμβάλλει στη μείωση των θανάτων από καρκίνο του τραχήλου της μήτρας κατά 80 % σε παγκόσμια κλίμακα. Το ποσοστό αποτυχίας της πρόληψης του καρκίνου από το τεστ Παπανικολάου μπορεί να συμβεί για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων είναι η μη τακτικότητα των ελέγχων, η έλλειψη της κατάλληλης παρακολούθησης των μη φυσιολογικών αποτελεσμάτων, η εσφαλμένη δειγματοληψία και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποτελεσμάτων.

Η διενέργεια ενός Τεστ Παπανικολάου περιλαμβάνει τη λήψη με ειδικές σπάτουλες κολπικού, εξωτραχηλικού και ενδοτραχηλικού επιχρίσματος, την επίστρωση των ληφθέντων επιχρισμάτων σε αντικειμενοφόρες πλάκες και τη μονιμοποίηση τους με ειδικό υγρό. Εν συνεχεία, ακολουθεί η επεξεργασία και η μικροσκοπική εξέτασή τους από Κυτταρολόγο. Η λήψη του δείγματος από τον τράχηλο, φυσιολογικά είναι ανώδυνη για την γυναίκα εκτός από περιπτώσεις ανατομικών ανωμαλιών της  περιοχής ή παρουσίας έντονης φλεγμονής. Διεξάγεται συνήθως μεταξύ 10ης  και 15ης  ημέρας από την πρώτη ημέρα της τελευταίας εμμήνου ρύσης. Πριν τη λήψη, συστήνεται  η αποφυγή σεξουαλικής επαφής για τουλάχιστον 48 ώρες, εσωτερικής κολπικής πλύσης ή κολπικής θεραπείας.

Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη συχνότητα του ελέγχου με Τεστ Παπανικολάου ποικίλλουν από χώρα σε χώρα. Σε γενικές γραμμές, η εξέταση αρχίζει περίπου ένα χρόνο μετά την έναρξη των σεξουαλικών επαφών και συνεχίζει σε όλο το φάσμα της αναπαραγωγικής ηλικίας της γυναίκας καθώς και στο μεγαλύτερο μέρος της εμμηνόπαυσης. Ο καρκίνος του τραχήλου συνήθως απαιτεί χρόνο για να αναπτυχθεί, έτσι η καθυστερημένη έναρξη της εξέτασης ενέχει τον κίνδυνο της παράλειψης μιας δυνητικής προκαρκινικής βλάβης. Η μέση ηλικία των ασθενών με καρκίνο του τραχήλου της μήτρας είναι περίπου 52 ετών. Τα περισσότερα περιστατικά αφορούν  ηλικιακές ομάδες από 30 έως 39 ετών και από 60 έως 69 ετών. Οι ηλικιωμένες γυναίκες παρουσιάζονται συχνότερα με προχωρημένη νόσο σε σύγκριση με τις νεότερες και αυτό ερμηνεύεται από τον πλημμελή προληπτικό έλεγχο στον οποίο υποβάλλονται. Δεν υπάρχει ανάγκη να συνεχιστεί η εξέταση μετά από ολική υστερεκτομή για καλοήθη νόσο. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει, όμως,  στις περιπτώσεις υστερεκτομής λόγω κακοήθειας, όπου απαιτείται η περαιτέρω παρακολούθηση της ασθενούς.

Όσον αφορά στη συχνότητα της εξέτασης, σε ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές, αυτή εξαρτάται από την ηλικία, στη Μεγάλη Βρετανία π.χ. , η εξέταση συνιστάται κάθε 3 χρόνια για τις γυναίκες κάτω των 50 ετών, εφόσον τα αποτελέσματα είναι φυσιολογικά. Στη χώρα μας, συνήθη πρακτική της ιατρικής κοινότητας παραμένει η επανάληψη ανά έτος. Επί ανεύρεσης, όμως, παθολογικών ευρημάτων σε ένα Τεστ Παπανικολάου, μπορεί να απαιτηθεί  επανάληψη σε πολύ μικρότερα διαστήματα, ακόμη και εντός 4 ή 6 μηνών.

Το τεστ Παπανικολάου  συνιστάται και για τις γυναίκες   που έχουν ήδη εμβολιαστεί κατά του HPV, δεδομένου ότι τα εμβόλια δεν καλύπτουν όλους τους ογκογόνους τύπους του HPV που μπορεί να οδηγήσουν σε  καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Όσον αφορά το διάστημα της εγκυμοσύνης, το τεστ  μπορεί συνήθως να πραγματοποιηθεί μέχρι την 24η  εβδομάδα της κύησης και δεν έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο αποβολής, ενώ μετά τον τοκετό, συνήθως πραγματοποιείται μετά την 12η  εβδομάδα.

Μετεξέλιξη του κλασσικού Τεστ Παπανικολάου, αποτελεί  η κυτταρολογία υγρής φάσης, Thin Prep Test. H μέθοδος διαφέρει από το κλασσικό Τεστ Παπανικολάου στο τρόπο συλλογής των κυττάρων, η οποία  γίνεται με ένα ειδικό βουρτσάκι, καθώς και στην τοποθέτησή τους σε ένα ειδικό φιαλίδιο με διάλυμα συντήρησης αντί για τις αντικειμενοφόρες πλάκες του κλασσικού Τεστ Παπανικολάου. Διεθνείς κλινικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι το Παπ τεστ με τη μέθοδο Thin Prep δίνει ακριβέστερα αποτελέσματα. Το Thin Prep Pap Test αποτελεί σήμερα την πιο ευαίσθητη μέθοδο προληπτικού ελέγχου και διάγνωσης βλαβών του τραχήλου της μήτρας.

Στις περιπτώσεις παθολογικού Τεστ Παπανικολάου, με ανεύρεση προκαρκινικών αλλοιώσεων και ατυπίας, ο «χρυσός κανόνας» για τη διάγνωση ανωμαλιών του τραχήλου της μήτρας  παραμένει η κολποσκόπηση και η λήψη κατευθυνόμενων βιοψιών  του τραχήλου της μήτρας, με την όλη  διαδικασία να απαιτεί εκπαιδευμένο κολποσκόπο.

HPV DNA Test

Το τεστ Παπανικολάου αν και έχει συμβάλλει στη μείωση των θανάτων από καρκίνο του τραχήλου της μήτρας κατά 80 % σε παγκόσμια κλίμακα, εντούτοις είναι μια μέθοδος που εμφανίζει αρκετά χαμηλή ευαισθησία  η οποία δεν ξεπερνά το 75%.  Η βελτίωση αυτής της χαμηλής ευαισθησίας πραγματοποιείται μέσω μίας νέας μεθόδου, η οποία στηρίζεται στην ανίχνευση και τη  τυποποίηση του DNA του HPV σε κυτταρικό υλικό από τον τράχηλο της μήτρας γυναικών, γνωστής ως “HPV DNA test”.

Η ανίχνευση της παρουσίας και η τυποποίηση του HPV DNA σε κυτταρικό υλικό από τον τράχηλο της μήτρας, έχει αρχίσει  να εφαρμόζεται σε μικρότερη ή μεγαλύτερη κλίμακα σε διάφορες χώρες ως μέθοδος μαζικού πληθυσμιακού ελέγχου (screening  test) είτε σε συνδυασμό με το τεστ Παπανικολάου είτε μόνη της, δεδομένου ότι έχει πολύ μεγαλύτερη ευαισθησία από το τεστ. Στις περιπτώσεις όπου επιβεβαιώνεται η λοίμωξη από ογκογόνα στελέχη του HPV,  οι γυναίκες υποβάλλονται σε περαιτέρω έλεγχο με κολποσκόπηση.

Κολποσκόπηση

Η κολποσκόπηση δεν αποτελεί ουσιαστικά εργαλείο μαζικού πληθυσμιακού ελέγχου (screening test), όπως συμβαίνει με τη περίπτωση του τεστ Παπανικολάου, αλλά αποτελεί μια διαγνωστική μέθοδο η οποία πραγματοποιείται υπό ορισμένες συνθήκες.  Ο ρόλος  της έγκειται στην αρχική εκτίμηση της σοβαρότητας της επιθηλιακής βλάβης του τραχήλου, στον αποκλεισμό του διηθητικού καρκίνου του τραχήλου και στον ανατομικό καθορισμό της περιοχής της μέγιστης βλάβης για τη λήψη βιοψίας.

Σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες, η κολποσκόπηση ενδείκνυται στις παρακάτω περιπτώσεις:

  • Μετά από παθολογικό Τεστ Παπανικολάου, όπου ανέδειξε υποψία διηθητικού καρκίνου, χαμηλού ή υψηλού βαθμού ενδοεπιθηλιακή βλάβη (ASCUS, ASC-H, LGSIL, HGSIL, AGUS, CGIN).
  • Μετά από δύο συνεχόμενα Τεστ Παπανικολάου (με διαφορά 4-6 μηνών), όπου ανέδειξε άτυπα κύτταρα πλακώδους επιθηλίου (ASCUS).
  • Σε περίπτωση ύποπτου-παθολογικού τραχήλου κατά την εξέταση.
  • Σε γυναίκες με ύποπτα συμπτώματα, όπως αίμα μετά από επαφή ή αίμα στη μέση του κύκλου.
  • Κατά την παρακολούθηση γυναικών που έχουν ήδη υποβληθεί σε θεραπεία για προκαρκινικές αλλοιώσεις τραχήλου ή κόλπου.
  • Σε περιπτώσεις γυναικών με πολλαπλά κονδυλώματα αιδοίου ή πρωκτού, (αυξημένη έκθεση στον ιό HPV).

Υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων

Η απεικονιστική υπερηχογραφική εξέταση, κοιλιακή ή ακόμα καλύτερα κολπική, των έσω γεννητικών οργάνων παρέχει τη δυνατότητα λεπτομερούς ελέγχου της ανατομίας και της διαπίστωσης ύπαρξης παθολογικών ευρημάτων από το σώμα της μήτρας, το ενδομήτριο, τον τράχηλο, τις ωοθήκες και τις σάλπιγγες. Έτσι, παθολογικά ευρήματα όπως πολύποδες, ινομυώματα, αυξημένο πάχος ενδομητρίου, κυστικά ή συμπαγή μορφώματα στις ωοθήκες, πολυκυστικές ωοθήκες, παρουσία ελεύθερου υγρού στον Δουγλάσσειο  μπορούν να γίνουν εύκολα αντιληπτά, ενώ παράλληλα μπορεί να εκτιμηθεί το μέγεθος, η σύσταση και η θέση της μήτρας και των ωοθηκών. Επιπλέον, μπορεί να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη ωοθυλακίων και η παρακολούθηση της διαδικασίας ωρίμανσής τους στα πλαίσια της ωορρηξίας. Οι δε σάλπιγγες, με την εξαίρεση υφιστάμενης παθολογίας όπως στη περίπτωση ύδρο/πύο – σάλπιγγας, φυσιολογικά δεν γίνονται αντιληπτές.

   Η κολπική ή κοιλιακή προσπέλαση της εξέτασης εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Το κολπικό υπερηχογράφημα είναι ανώδυνο, γίνεται με κενή ουροδόχο κύστη και μπορεί να αναδείξει τα όργανα με μεγαλύτερη ακρίβεια. Προφανώς όμως, στις περιπτώσεις παιδιών,  γυναικών  χωρίς σεξουαλικές επαφές ή  ακόμη και κάποιων  ηλικιωμένων γυναικών, η εξέταση δεν μπορεί να γίνει κολπικά και πραγματοποιείται κοιλιακά με γεμάτη την ουροδόχο κύστη έχοντας εφάμιλλα αποτελέσματα.

   Αν και το υπερηχογράφημα δεν αποτελεί εργαλείο μαζικού πληθυσμιακού ελέγχου για τον καρκίνο των ωοθηκών, εντούτοις έχει αναδειχθεί από πολλές μελέτες ότι το μεγαλύτερο μέρος των περιστατικών με καρκίνο ωοθηκών διεγνώσθη σε αρχικό στάδιο και αυτό λόγω της συχνής διενέργειας του υπερηχογραφικού ελέγχου. Υπάρχει εσφαλμένα η αντίληψη ότι μόνο η διενέργεια του Τεστ Παπανικολάου εξασφαλίζει το «καλώς έχει» του έσω γεννητικού συστήματος. Το τεστ Παπανικολάου αποτελεί τη πρώτη μέθοδο ελέγχου για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, όπως ο υπερηχογραφικός έλεγχος αποτελεί τη πρώτη μέθοδο ελέγχου για τον καρκίνο των ωοθηκών ή/και του ενδομητρίου.

Έλεγχος Μαστού

Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί τον συχνότερο σε διάγνωση γυναικολογικό καρκίνο. Στο 90% των γυναικών όπου διαπιστώνεται καρκίνος του μαστού, αυτός είναι μικρότερος από 2 εκατοστά. Παρά την αυξανόμενη τάση στην συχνότητα του, οι θάνατοι από καρκίνο του μαστού μειώνονται συνεχώς, γεγονός που οφείλεται στον προληπτικό έλεγχο και την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού.

Στα πλαίσια του προληπτικού ελέγχου του μαστού συμπεριλαμβάνεται η αυτοεξέταση, η κλινική ψηλάφηση και η απεικονιστική εξέταση του μαστού (υπέρηχος, μαστογραφία, MRI) αναλόγως των ευρημάτων.

1. Αυτοεξέταση και  ψηλάφηση των μαστών

Η αυτοεξέταση των μαστών αποτελεί τον πιο εύκολο και ανώδυνο τρόπο εξέτασης από τις ίδιες τις γυναίκες  και  μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του μαστού.

  • Πότε συνιστάται η αυτοεξέταση

Οι ιδανικές μέρες αυτοεξέτασης είναι από την 8η έως τη 10η  ημέρα του κύκλου, καθώς τότε οι μαστοί είναι περισσότερο μαλακοί και λιγότερο ευαίσθητοι. Οι γυναίκες που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση μπορούν να εξετάζουν το στήθος τους ενδεικτικά την πρώτη μέρα κάθε μήνα.

  • Πώς γίνεται η εξέταση

Η εξέταση των μαστών γίνεται πρώτα οπτικά και μετά ψηλαφητικά.

  • Πώς γίνεται η οπτική εξέταση

Μπροστά στον καθρέφτη, με τα χέρια κατεβασμένα  και παράλληλα με το σώμα παρατηρούμε εάν έχει εμφανιστεί κάτι ασυνήθιστο στην περιοχή των μαστών.  Συχνά, ο ένας μαστός είναι λίγο μεγαλύτερος από τον άλλο, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει κάποια παθολογία. Σημασία έχει εάν υπάρχει κάποια αλλαγή στο μέγεθος ή στο σχήμα των μαστών καθώς επίσης εάν υπάρχει κάποιο εξόγκωμα, εισολκή ή ερυθρότητα στη περιοχή του δέρματος ή της θηλής. Η εξέταση επαναλαμβάνεται με τα χέρια όρθια ή πίσω από το κεφάλι και κατόπιν  με τα χέρια τοποθετημένα στη μέση πιέζοντας με δύναμη τη λεκάνη.

  • Πώς γίνεται η ψηλαφητική εξέταση

Ξαπλώνουμε στο κρεβάτι, βάζουμε το ένα χέρι πίσω από το κεφάλι και με τα τρία μεσαία δάκτυλα του άλλου χεριού ψηλαφούμε τον απέναντι μαστό σαρώνοντας όλη την επιφάνειά του  από έξω προς τα μέσα και από πάνω προς τα κάτω. Στο τέλος πιέζουμε τη θηλή του κάθε μαστού, ώστε να δούμε εάν εξέρχεται κάποιο έκκριμα και σε περίπτωση που εξέρχεται,  παρατηρούμε εάν αυτό είναι είναι καθαρό υγρό ή εμφανίζει πρόσμιξη με  αίμα.

Αναλόγως των ευρημάτων της κλινικής ψηλάφησης και του ιστορικού της γυναίκας, ο ιατρός  μπορεί να προχωρήσει στη σύσταση μια σειράς απεικονιστικών εξετάσεων όπως η μαστογραφία, ο υπέρηχος μαστών και η μαγνητική τομογραφία.

2. Μαστογραφία

Η μαστογραφία είναι μία ακτινολογική εξέταση για την απεικόνιση του εσωτερικού των μαστών. Πραγματοποιείται από ένα ειδικό μηχάνημα το οποίο διαθέτει μια πηγή εκπομπής ακτινών Χ σε χαμηλές δόσεις, οι οποίες διαπερνώντας το στήθος,  καταλήγουν σε ένα ειδικό φιλμ με τελικό αποτέλεσμα την ασπρόμαυρη αποτύπωση του εσωτερικού των μαστών. Η ψηφιακή μαστογραφία είναι μια μεταγενέστερη μέθοδος, όπου η εικόνα των ακτινών  Χ  αναπαράγεται ψηφιακά στην οθόνη ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, παρέχοντας στον ακτινολόγο μεγαλύτερη διαγνωστική ευχέρεια.  Οι δύο μέθοδοι φαίνεται να είναι εφάμιλλες ως  προς την αποτελεσματικότητα της διάγνωσης εκτός από τις περιπτώσεις ασθενών άνω των 50 ετών, προ- ή πέρι- εμμηνοπαυσιακών γυναικών και γυναικών με πυκνούς μαστούς, όπου η ψηφιακή μαστογραφία  έχει σχετικά καλύτερη διαγνωστική αξία. Η μαστογραφία μπορεί να ανακαλύψει κακοήθη ογκίδια  μεγέθους κατά πολύ μικρότερο του ενός εκατοστού, μέγεθος που απαιτείται ώστε να γίνουν αντιληπτά κατά την ψηλάφηση. Επιπλέον, μπορεί να αναδείξει την ύπαρξη  μικροαποτιτανώσεων,  ένα εύρημα που συχνά συνδέεται με το μη διηθητικό καρκίνο.

Η διαγνωστική αξία της μαστογραφίας σε γυναίκες κάτω των 40 ετών, παραμένει χαμηλή λόγω της αυξημένης πυκνότητας των μαστών. Στις περιπτώσεις αυτές  διενεργείται συνήθως υπερηχογράφημα των μαστών ή ακόμη και μαγνητική τομογραφία ή βιοψία αναλόγως της περίπτωσης.

Οι νεότερες οδηγίες της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας για τον προληπτικό έλεγχο του καρκίνου του μαστού στις γυναίκες που ανήκουν στην κατηγορία χαμηλής επικινδυνότητας  (πλειοψηφία), περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

  • Έναρξη τακτικού μαστογραφικού ελέγχου από την ηλικία των 45 ετών (Ισχυρή σύσταση).
  • Ετήσιο έλεγχο στην ηλικιακή ομάδα 45-54 ετών (Σύσταση με επιφύλαξη).
  • Έλεγχο ανά έτος ή διετία σε ηλικίες άνω των 55 ετών (Σύσταση με επιφύλαξη).
  • Δυνατότητα ελέγχου σε ηλικίες 40-44 ετών (Σύσταση με επιφύλαξη).
  • Ο έλεγχος να συνεχίζεται για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η γενική κατάσταση της υγείας της εκάστοτε γυναίκας είναι καλή και το προσδόκιμο επιβίωσης της εκτιμάται πως μπορεί να φτάσει τη 10ετία ή και περισσότερο.
  • Nα μην γίνεται κλινική εξέταση από ιατρό ή αυτοεξέταση σε οποιαδήποτε ηλικίας. (Σύσταση με επιφύλαξη)

Σύμφωνα με την ίδια Εταιρεία, για τις γυναίκες που ανήκουν στην ομάδα υψηλού κινδύνου (θετικό ατομικό ιστορικό, υποψία ή επιβεβαιωμένη γενετική μετάλλαξη π.χ. μετάλλαξη στα γονίδια BRCA ή με προηγούμενη  ακτινοθεραπεία του θώρακα), ο προληπτικός έλεγχος πρέπει να ξεκινά νωρίτερα, σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού.

Λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω συστάσεις και τις ελληνικές ιδιαιτερότητες, η Ελληνική Αντικαρκινική Εταιρεία, για τις γυναίκες που ανήκουν στην ομάδα χαμηλού κινδύνου  συνιστά τα εξής:

  • Δεν συστήνει τη διεξαγωγή μαστογραφικού ελέγχου από την ηλικία των 35. Η λεγόμενη μαστογραφία αναφοράς σε αυτή την ηλικία δεν ευσταθεί επιστημονικά.
  • Το υπερηχογράφημα και η μαγνητική μαστογραφία δεν συστήνονται ως προληπτικές εξετάσεις (παρά μόνο ως συμπληρωματικές, εάν  κριθεί απαραίτητο)
  • Ο τακτικός προληπτικός μαστογραφικός έλεγχος να αρχίζει από την ηλικία των 40 ετών και να σταματά όταν η κατάσταση της υγείας των γυναικών δεν προσφέρει επαρκές προσδόκιμο επιβίωσης.
  • Οι γυναίκες θα πρέπει να γνωρίζουν πως ο τακτικός προληπτικός έλεγχος με μαστογραφία συνοδεύεται από προβλήματα, κυρίως από υπερδιάγνωση (διάγνωση καρκίνων που μπορεί να μην έβλαπταν τη γυναίκα) και από ασαφή ευρήματα (που οδηγούν σε πρόσθετες εξετάσεις, παρακεντήσεις και εγχειρήσεις, χωρίς τελικά να αποδειχθεί ότι η γυναίκα έχει καρκίνο). Αυτά τα προβλήματα εμφανίζονται συχνότερα σε νεαρής ηλικίας γυναίκες (προεμμηνοπαυσιακές) και όσο πιο συχνά γίνεται ο μαστογραφικός έλεγχος.
  • Οι γυναίκες θα πρέπει να επιλέξουν αν επιθυμούν τον ανά έτος ή ανά διετία έλεγχο αφού συζητήσουν το θέμα με τον ιατρό τους.
  • Η ψηφιακή μαστογραφία υπερτερεί στην ανακάλυψη πρώιμων καρκίνων σε γυναίκες 40-50 ετών και σε γυναίκες με πυκνό μαστό.
  • Οι υπάρχουσες οδηγίες του ΕΟΠΥΥ για τον προληπτικό έλεγχο με μαστογραφία καλύπτουν τις ανάγκες των γυναικών.
  • Η κλινική εξέταση συστήνεται να πραγματοποιείται από την ηλικία των 40 ετών. Σε αυτό συνηγορούν η δυνατότητα ενός καρκίνου να μην γίνει αντιληπτός από την μαστογραφία, η ανάγκη αξιολόγησης του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού, το γεγονός πως ένα πολύ μεγάλο ποσοστό Ελληνίδων δεν υπόκειται σε μαστογραφικό έλεγχο και τέλος, γιατί με αυτό τον τρόπο καθησυχάζονται πολλές γυναίκες για ευρήματα που ανακαλύπτουν στην αυτοψηλάφηση.
  • Η συστηματική τακτική αυτοεξέταση δεν συστήνεται. Οι γυναίκες, όμως, πρέπει να εξοικειωθούν με την εμφάνιση και τη σύσταση των μαστών τους, ώστε να μπορούν έγκαιρα να απευθυνθούν σε γιατρό, αν κάτι δεν είναι φυσιολογικό.
  • Επειδή οι Ελληνίδες υπολείπονται σε ότι αφορά τον προληπτικό έλεγχο για καρκίνο του μαστού, πρέπει να εντατικοποιηθούν οι προσπάθειες της πολιτείας και των οργανώσεων που ασχολούνται με τον καρκίνο να ενημερώσουν τις γυναίκες για τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του, αλλά και να προσφέρουν ευχερή πρόσβαση σ’ αυτόν, ανεξάρτητα της οικονομικής κατάστασης ή του τόπου διαμονής της κάθε γυναίκας.

Για τις γυναίκες υψηλού κινδύνου η Ελληνική Αντικαρκινική Εταιρεία συνιστά ετήσιο τακτικό προληπτικό έλεγχο με κλινική εξέταση, μαστογραφία ή/και μαγνητική μαστογραφία που ξεκινά από ηλικία που θα προσδιορίσει ο θεράπων γιατρός, συχνά νεότερη εκείνης των 40 ετών.

3. Υπέρηχος μαστών

Η υπερηχογραφική εκτίμηση του μαστού είναι μια άνευ ακτινοβολίας εξέταση η οποία  παρέχει τη δυνατότητα ελέγχου πυκνότερων μαστών και νεότερων γυναικών.

Κυστικές βλάβες του μαστού, πιθανή αυξημένη αγγείωση ογκιδίων και η ύπαρξη αποτιτανώσεων μπορούν εύκολα να προσδιοριστούν συμβάλλοντας  στη διαφοροδιάγνωση  των ευρημάτων. Ο υπερηχογραφικός έλεγχος βοηθά στην ανίχνευση βλαβών που είναι πολύ μικρού μεγέθους ή σε θέση η οποία δεν επιτρέπει την ανάδειξή τους με την κλινική ψηλάφηση. Υπό υπερηχογραφικό έλεγχο μπορεί, επιπλέον, να ληφθεί κατευθυνόμενη βιοψία με βελόνα. Τέλος, στις περιπτώσεις έκκρισης υγρού και ειδικά αιματηρού από τη θηλή , το υπερηχογράφημα συμβάλλει στην ανίχνευση ενδοπορικών αλλοιώσεων, δηλαδή αλλοιώσεων που εντοπίζονται μέσα στους γαλακτοφόρους πόρους.