Οι κύστεις των ωοθηκών αποτελούν ένα συχνό φαινόμενο που μπορεί να εμφανιστεί σε όλες τις ηλικίες και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής  ηλικίας μιας γυναίκας. Οποιοδήποτε μόρφωμα που περιβάλλεται από ένα λεπτό τοίχωμα, μέσα ή πέριξ της  ωοθήκης  χαρακτηρίζεται ως κύστη, ανεξάρτητα αν πρόκειται για συμπαγή όγκο ή συλλογή υγρού. Οι κύστεις εμφανίζουν ποικιλία μεγεθών, από λίγα έως ακόμη και 20-30 εκατοστά, ενώ μπορούν να οφείλονται σε ποικίλα αίτια.

Κατηγορίες ωοθηκικών κυστών

Σε γενικές γραμμές υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες κυστών, οι λειτουργικές και οι μη λειτουργικές.

Οι λειτουργικές κύστεις είναι οι πιο συνηθισμένες κύστεις της αναπαραγωγικής ηλικίας της γυναίκας. Διακρίνονται οι   ωοθηλακικές και οι ωχρινικές κύστεις οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές του κύκλου (καθυστέρηση περιόδου, μητρορραγία) και τοπική συμπτωματολογία όπως πόνος και  αίσθηση βάρους στη κοιλιά. Τις περισσότερες φορές είναι ακίνδυνες, αλλά καθώς μπορούν να φτάσουν σε μέγεθος ακόμα και τα 8 εκ. απαιτούν παρακολούθηση ή/και αντιμετώπιση καθώς είναι υπαρκτό το ενδεχόμενο συστροφής ή ρήξης με εσωτερική αιμορραγία οπότε και χρήζουν άμεσης χειρουργικής επέμβασης. Προκαλούνται συνήθως από ορμονικές διαταραχές, ενώ μπορούν από μόνες τους να προκαλέσουν περαιτέρω ορμονική ανισορροπία.

Στις μη λειτουργικές κύστεις διακρίνονται οι καλοήθεις, οι κακοήθεις και οι κύστεις οριακής κακοήθειας. Στις καλοήθεις περιλαμβάνονται οι πολυκυστικές ωοθήκες και μια σειρά καλοήθων όγκων με συχνότερους τύπους τις κύστεις της ενδομητρίωσης, τη δερμοειδή κύστη, το ορώδες και το βλεννώδες κυσταδένωμα και την παραωοθηκική κύστη. Οι κακοήθεις όγκοι των ωοθηκών είναι πολλών και διαφορετικών τύπων, με συχνότερο τύπο τον επιθηλιακό όπου εμφανίζεται συνήθως σε γυναίκες άνω των 50 ετών  στην εμμηνόπαυση. Οι όγκοι οριακής κακοήθειας μπορούν να εμφανιστούν σε όλες τις ηλικίες κι έχουν συνήθως καλή πρόγνωση. Με εξαίρεση τις πολυκυστικές ωοθήκες, η θεραπεία για τις μη λειτουργικές κύστες των ωοθηκών είναι ως επί των πλείστων χειρουργική.

Συμπτωματολογία

Τις περισσότερες φορές οι κύστεις των ωοθηκών δεν δημιουργούν συμπτώματα και  η διάγνωσή τους γίνεται κατά τον συνήθη γυναικολογικό έλεγχο. Μπορεί, όμως, να εμφανιστούν συμπτώματα όπως αλλαγές ή πόνος στη περίοδο, πόνος χαμηλά στη κοιλιά, πόνος κατά τη συνουσία ή διαταραχή της ούρησης και της αφόδευσης λόγω  πίεσης της ουροδόχου κύστης και του έντερου σε ιδιαίτερα μεγάλες κύστεις. Επιπλοκές, ιδιαίτερα των μεγαλύτερων κυστών είναι η ρήξη τους με πιθανή  εσωτερική αιμορραγία και η συστροφή τους με πιθανή νέκρωση της ωοθήκης που εκδηλώνονται με έντονο πόνο χαμηλά στην κοιλιά, πυρετό, εμετό, ιδρώτα, ατονία, ζαλάδα, αδυναμία και γρήγορη αναπνοή.

Διάγνωση

Η ανεύρεση μιας κύστης κατά την γυναικολογική ή την  υπερηχογραφική εξέταση ασφαλώς και δεν προμηνύει την ύπαρξη καρκίνου. Απλές κύστεις, σε νέες γυναίκες,  χωρίς συμπαγή στοιχεία  είναι κυρίως ορμονικής αιτιολογίας και μπορούν να υποχωρήσουν αυτόματα ή κατόπιν φαρμακευτικής αγωγής. Μία κύστη, όμως, που παραμένει σταθερή σε μέγεθος περισσότερο από 2-3 μήνες  ή μεγαλώνει, πρέπει να αξιολογείται προσεχτικά. Ο αποκλεισμός πιθανής κακοήθειας αποτελεί το κυρίαρχο στόχο μετά τη διαπίστωση ύπαρξης ενός μορφώματος σε μια ωοθήκη.  Η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου των ωοθηκών είναι ιδιαίτερα δύσκολη, γιατί δεν υπάρχουν ειδικά συμπτώματα στα αρχικά στάδια και ευαίσθητες ειδικές εξετάσεις. Διαγνωστικά εργαλεία αποτελούν η γυναικολογική εξέταση, το  υπερηχογράφημα των έσω γεννητικών οργάνων με Doppler, η ανίχνευση του καρκινικού δείκτη CA 125 σε αυξημένα επίπεδα, η αξονική και η μαγνητική τομογραφία. Η οριστική, όμως, διάγνωση τίθεται κατόπιν βιοψίας και ιστολογικής εξέτασης μετά από λαπαροσκόπηση ή λαπαροτομία.

Καρκίνος των ωοθηκών

Ο καρκίνος των ωοθηκών σε αρχικό στάδιο συνήθως δεν προκαλεί εμφανή συμπτώματα. Στο 75% των περιπτώσεων, όταν υπάρχει συμπτωματολογία, έχουν γίνει ήδη μεταστατικές εστίες. Ύποπτα συμπτώματα όπως φούσκωμα ή πρήξιμο στη κοιλιά, ανεξήγητος και ακαθόριστος διάχυτος πόνος στη κοιλιά, δυσπεψία, δυσκοιλιότητα, ναυτία και ανορεξία, απώλεια ή αύξηση βάρους, πόνος στη μέση, συχνοουρία με πόνο στην ούρηση, πόνος στη σεξουαλική επαφή και κολπική αιμορραγία  οφείλουν να διερευνώνται χωρίς καθυστέρηση καθώς, αν και σπάνια, μπορεί να υποθάλπουν καρκίνο των ωοθηκών. Ο καρκίνος των ωοθηκών έχει χαρακτηριστεί ως «σιωπηλός δολοφόνος» επειδή τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται όταν η νόσος έχει προχωρήσει ήδη αρκετά και για τον λόγο αυτό παρουσιάζει  υψηλά ποσοστά θνησιμότητας.

Η αρχική θεραπεία του καρκίνου των ωοθηκών είναι χειρουργική και η  έκτασή της εξαρτάται από το στάδιο της νόσου. Συνήθως γίνεται αφαίρεση της μήτρας, των σαλπίγγων, των ωοθηκών, του επιπλόου, κάθε ύποπτης εστίας όπως και των διογκωμένων λεμφαδένων, ενώ μετά την επέμβαση συνήθως ακολουθεί χημειοθεραπεία. Το προσδόκιμο επιβίωσης των ασθενών εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, με κυριότερο το στάδιο της νόσου. Η πενταετής επιβίωση σε αρχικό στάδιο είναι πάνω από 70%, ενώ σε προχωρημένο στάδιο είναι γύρω στο 30%. Η πρόγνωση του καρκίνου των ωοθηκών φαίνεται αρκετά βελτιωμένη κατά την τελευταία δεκαετία, λόγω της καλύτερης χειρουργικής αντιμετώπισης και της  αποτελεσματικότερης χημειοθεραπείας.

Στους παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου των ωοθηκών συγκαταλέγονται η ενδομητρίωση, η καθυστερημένη εμμηνόπαυση, η οιστρογονική άνευ προγεσταγόνου ορμονοθεραπεία επί 10 και περισσότερα χρόνια, η ηλικία άνω των 55 ετών, η παχυσαρκία, η στειρότητα, ο ήδη διαγνωσμένος καρκίνος μαστού, ενδομητρίου, παχέως εντέρου και ορθού καθώς και το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου ωοθηκών, μαστού, ενδομητρίου, παχέως εντέρου και ορθού. Οι περισσότερες από τις περιπτώσεις κληρονομικού καρκίνου των ωοθηκών αποδίδονται σε μεταλλάξεις των ογκογονιδίων ΒRCΑ1 και ΒRCΑ2. Γυναίκες με μετάλλαξη σε ένα από αυτά τα γονίδια έχουν σχετικό κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου ωοθηκών έως και 60%, ενώ γυναίκες με μετάλλαξη του ογκογονιδίου  BRCA1 παρουσιάζουν σχετική πιθανότητα να αναπτύξουν καρκίνο ωοθηκών σε νεαρότερη ηλικία σε αντίθεση με τις γυναίκες με μετάλλαξη του  BRCA2. Γυναίκες με γνωστό οικογενειακό ιστορικό καρκίνου των ωοθηκών θα μπορούσαν να υποβληθούν σε ειδικές εξετάσεις για τη διερεύνηση αυτών των μεταλλάξεων και να αποφασίσουν εάν θα υποβληθούν σε προφυλακτική ωοθηκεκτομή. Η επέμβαση αυτή μειώνει τον κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου των ωοθηκών κατά 95% (ο κίνδυνος δεν εξαλείφεται στο 100%, γιατί ο καρκίνος των ωοθηκών αναπτύσσεται συνήθως στο  τοίχωμα του περιτοναίου που καλύπτει τις ωοθήκες και έτσι  γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε ωοθηκεκτομή μπορούν ακόμα να εμφανίσουν έναν παρόμοιο τύπο καρκίνου – πρωτογενής καρκίνος περιτοναίου), μειώνει  τον κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου του μαστού σε ποσοστό 50% στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, αλλά  υποβάλλει τις γυναίκες στις συνέπειες της πρόωρης εμμηνόπαυσης. Στους λοιπούς παράγοντες που σχετικά προφυλάσσουν από την εκδήλωση της νόσου ανήκουν η μειωμένη κατανάλωση λίπους, ο θηλασμός και η μακροχρόνια λήψη αντισυλληπτικών δισκίων.

Πρόληψη

Δυστυχώς, δεν υπάρχει αποτελεσματικός τρόπος πρόληψης του καρκίνου των ωοθηκών. Για τον λόγο αυτό, οι γυναίκες θα πρέπει υποχρεωτικά να περιλαμβάνουν το διακολπικό υπερηχογράφημα στον ετήσιο γυναικολογικό τους έλεγχο, το οποίο  επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης κύστεων στις ωοθήκες.

Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ήδη κάποια ασαφής συμπτωματολογία κρίνεται απαραίτητη η έγκαιρη επίσκεψη και εξέταση χωρίς χρονοτριβές. Ιδίως στις περιπτώσεις γυναικών με κληρονομική επιβάρυνση κρίνεται χρήσιμη η ανά 6μηνο συστηματική εξέταση με υπερηχογράφημα, δείκτη Ca 125 καθώς και η διερεύνηση της  μετάλλαξης των ογκογονιδίων ΒRCΑ1 και ΒRCΑ2.

Παναγιώτης Τερζάκης

Author Παναγιώτης Τερζάκης

More posts by Παναγιώτης Τερζάκης

Leave a Reply

error: